ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΙΣΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΙΣΟΣ

Ν. Πλαστήρα 4 και Αποκορώνου 7

ΧΑΝΙΑ 73134 τηλ. 2821300425-6979058458

e-mail: ekdoseis.kedrisos@gmail.com



Κεδρισός : η αρχαία ονομασία του Κλαδισού ποταμού, που ρέει δυτικά της πόλης των Χανίων.



Ο Κεδρισός ουράνιος είναι ποταμός

στην Κυδωνία ρέει το είδωλό του,

παραπλανά τις λεύκες ασημένιος.

Επάνω τρέχει και παφλάζει

στης εκβολής του την παλίνδρομη φυγή,

εκεί μαζεύονται οι ψυχές που αφήσανε


το κάλλος τους το κέλυφός τους.



Βικτωρία Θεοδώρου

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Η ομιλία του κ. Ζαχαρία Κατσακού στον Ιανό στις 6 Ιουλίου 2011


Ζαχαρίας Κατσακός



Η Δραπέτις και η Πελαγινή της Βικτωρίας Θεοδώρου


«Ελάσσονες τόνοι σε μείζονες κλίμακες

στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου» του Θεοδόση Πυλαρινού



a b



Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καλησπέρα σας,  

η Βικτωρία Θεοδώρου γεννήθηκε στα Χανιά και είναι πτυχιούχος του τμήματος κλασσικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εμφανί­στηκε στα ελληνικά γράμματα το 1955 με ποιήματά της που δημοσιεύ­τηκαν στην «Επιθεώρηση Τέχνης».

Το πρώτο βιβλίο της, Εγκώμιο, κυκλοφόρησε το 1957. Ακολούθη­σαν: Κατώφλι και παράθυρο 1962, Βορεινό Προάστειο 1966, Το λαγούτο 1971, Η εκδρομή 1973, Ουρανία 1978, Άρειος Ύπνος 1983, Η νυχτωδία των συνόρων 1986, Μειλίγματα 1990, Χρονικό 1994, Ευνοημένοι 1998, Καταλόγι για τον μάστορα 2008. Σύνολο το ποιητικό έργο της περιέ­χεται στην τελευταία και ολοκληρω­μένη έκδοση του βιβλίου Βικτωρία Θεοδώρου - Ποιήματα, (εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 2010).

Έχει δημοσιεύσει τα πεζά: Στρατόπεδα γυναικών 1975, Ο Τράϊκο 1982, Γαμήλιο δώρο 1995, Οι δεσποι­νίδες της οδού Λαμψάκου 2005, Πε-λαγινή 2010, Δραπέτις το 2011. Υπό έκδοση είναι η νουβέλα της Ανιδιοτέλεια καθώς και η οριστική έκδοση των ποιημάτων της.

Ποιήματα της Βικτωρίας Θεοδώ­ρου έχουν αποδοθεί σε πολλές ευρω­παϊκές γλώσσες. Το μεταφραστικό έργο της ίδιας περιλαμβάνει ανθολο­γίες γαλλόφωνης και σλαβόφωνης ποίησης, όπως: Εκλογή από τα δημο­τικά τραγούδια της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας του Τόμε Σάζντωφ (Δί­φρος, 1979), Τα άλογα της νεράιδας του Ντούσκο Νανέφσκι (Κέδρος, 1981), Ποιητές της γαλλόφωνης Ελβε­τίας (Νεφέλη, 1999), Ανθολογία του Αίμου (έκδοση Φίλων του περιοδικού ΑΝΤΙ, 2007) κ.ά.

Η Βικτωρία Θεοδώρου εκτοπί­στηκε το 1948 στη Χίο, το Τρίκερι, την Μακρόνησο και πάλι στο Τρίκερι, απόπου, αρνούμενη να κάνει «δή­λωση μετανοίας», αφέθηκε ελεύθερη στις 22 Δεκεμβρίου 1952, ως «αδει­ούχος εξόριστη».

Η ομιλία μου αφορά σε μερικά από τα ειδικά χαρακτηριστικά του πεζογραφικού έργου της Βικτωρίας Θεοδώρου, έτσι όπως αυτά αντλούνται από τα έργα της «Δραπέτις» και «Πελαγινή». Ζητήματα γραμματολογικής φύσεως, όπως για παράδειγμα η τυπολογική κατάταξη των κειμένων, δεν θα με απασχολήσουν εδώ, εφ’ όσον αντιλαμβάνομαι το έργο -όπως και κάθε έργο- ως εν δυνάμει μεταμορφούμενη ύλη. Από την φιλολογική επιστήμη λοιπόν δανείζομαι τη μεθοδολογία και την ερμηνεία, ενώ από τη θεωρία της λογοτεχνίας και την κριτική, την ανάλυση και την ορολογία, βάσει των οποίων θα συνθέσω τα χαρακτηριστικά του λόγου της Βικτωρίας Θεοδώρου. Τέλος, εξαιτίας και του περιορισμένου χρόνου, ο λόγος μου θα είναι αυστηρά συνθετικός και όπου αυτό είναι αναγκαίο, αναλυτικός.

Η παρουσίαση αυτή περιλαμβάνει ουσιαστικά δύο μέρη. Στο πρώτο θα μελετήσω κριτικά και φιλολογικά τα δύο πεζά της Βικτωρίας Θεοδώρου «Δραπέτις» και «Πελαγινή» αντιστοίχως. Η ομιλία μου συμπληρώνεται με μια μικρή προσέγγιση και κριτικογραφία του βιβλίου «Ελάσσονες τόνοι σε μείζονες κλίμακες στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου» του Θεοδόση Πυλαρινού. Ξεκινώ από το έργο «Δραπέτις», επειδή θεωρώ ότι μέσα σ’ αυτό βρίσκονται τα ωριμότερα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας της δημιουργού.

Το βιβλίο «Δραπέτις» γράφτηκε το 1990. Τυπολογικά είναι συζητήσιμη η κατάταξή του στο είδος της αυτοβιογραφίας της παιδικής ηλικίας. Ουσιαστικά η συγγραφέας στο έργο αυτό «πλησιάζει» το παιδί που η ίδια υπήρξε κάποτε. Ένα παιδί ιδιαίτερο και μοναχικό. Η ίδια η συγγραφέας υπήρξε άλλωστε τρόφιμος στο ίδρυμα Ανδρέου και Μαρίας Καλοκαιρινού στο Ηράκλειο του μεσοπολέμου. Η έκδοση συμπληρώνεται με το πολύ διαφωτιστικό επίμετρο του εκδότη κ. Κώστα Νταντινάκη.

Τέσσερα είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά ή δομές που συγκροτούν την ιδιαιτερότητα του ύφους στο κείμενο «Δραπέτις»: Η λανθάνουσα ποιητική νοημοσύνη που το διατρέχει, η βιωματικότητα μέσα από την οποία αναδύεται ένας λόγος που πυκνώνει το αίσθημα και συγκροτεί έναν ιδιότυπο λυρισμό (τον οποίο θα ονομάσω δραματικό), η περιγραφή που εκλύει ένα λόγο διαυγή και μνημειώνει τη φύση ως τον εξωτερικό χώρο της αφήγησης -σύμβολο ελευθερίας και ευτοπίας- καθώς και η εξαιρετικά ήπια και καλοζυγισμένη συχνότητα μεταβάσεων από το πραγματικό στο φαντασιακό - αφαιρετικό και αντιστρόφως.

Στοιχεία όπως η ειρωνεία και ο σαρκασμός, το διακείμενο ή αλλιώς η ενσωμάτωση έμμετρων στιχουργημάτων και ποιημάτων στον κορμό της περιφερειακής  αφήγησης, η ελαστικότητα της πλοκής (η συστολή και η διαστολή της), η αυθεντική καταγραφή δοξασιών και συνηθειών καθώς και ο εγκιβωτισμός συγκεκριμένων ολιγάριθμων και παρένθετων αφηγήσεων, συμπληρώνουν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αφήγησης στο έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου «Δραπέτις».

Τα στοιχεία αυτά εμφιλοχωρούν μέσα στο κείμενο απροσδόκητα, με μιαν υπόγεια αν θέλετε διαδρομή, λειτουργώντας όμως ακριβώς όπως οι μοχλοί και οι ασπίδες, για να αναδείξουν, ως προς τις νοηματικές σημάνσεις, τη βασικότερη θεματική εστία του έργου: τη βιωματική δηλαδή εμπειρία της «δραπέτιδος». Σε όλη την πορεία του έργου αναζητείται η «δραπέτις». Ή αλλιώς η «δραπέτις» δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με την ίδια την αφηγήτρια. Υπολανθάνει λοιπόν εδώ ένα στοιχείο περσόνας, μάσκας δηλαδή, πίσω από την οποία «κρύβεται» η ίδια η αφηγήτρια.

Ως προς την ποιητική νοημοσύνη για την οποία ήδη μιλήσαμε, θα έλεγα ότι ο λόγος, όσο πιο πυκνός και ώριμος είναι, τόσο πιο ποιητικός γίνεται υπό την έννοιαν ότι, πυκνώνοντας την ιδέα πυκνώνεται και το αίσθημά του. Η συγκίνηση λοιπόν δεν είναι παρά αποτέλεσμα αυτής της συστολής. Η ποιότητα της έχει να κάνει βέβαια και με το χειρισμό της γλώσσας. Όσο η γλώσσα είναι πιο ώριμη, τόσο πιο λυρική γίνεται και συσσωματώνει και άλλα στοιχεία, όπως είναι ο ρυθμός και η μουσικότητα. Συνεπώς όταν μέσα στο λόγο τα στοιχεία αυτά έχουν διάρκεια, τότε αυτός παίρνει τον χαρακτήρα μιας ιδιότυπης δραματικότητας η οποία σε συνδυασμό με το ρυθμό και γενικότερα την προσωδία -την όποια προσωδία- παράγει υψηλή ποιητική συγκίνηση. Πόσο μάλλον όταν στο πεζό κείμενο, αυτού του είδους η συγκίνηση, αφήνει τα ίχνη της σαν αύρα, αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της δραματικότητας την οποία περιέγραψα. Θα προσπαθήσω να καταδείξω αυτού του είδους τη συγκίνηση διαβάζοντας δύο μικρά αποσπάσματα από το έργο «Δραπέτις»: «Άρχιζε να νυχτώνει. Πάνω από τον Γιούχτα, το τεράστιο προφίλ του Δία με τους θρύλους και τα παραμύθια, ανέβαινε το δίλημμα του φεγγαριού», (Βικτωρίας Θεοδώρου, Δραπέτις, Εκδόσεις Κεδρισός, Χανιά, 2011, σ. 21). Και ένα άλλο σημείο: «Μια μυθολογία ξεκινούσε από το μέτωπό μου σ’ ένα νοερό τοίχο, όπου ζωγράφιζα φύρδην μίγδην τα βιώματα και την αντίληψή μου του κόσμου» (Δραπέτις, ό. π., σ.49).

Όλα αυτά συγκροτούνται από μια γλώσσα ώριμη, χωρίς εξάρσεις και χάσματα. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τους ρυθμούς της ελληνικής γλώσσας με τρόπο άμεσο. Η χρήση αυτού του είδους των λέξεων δημιουργεί επίσης και το υπόστρωμα πάνω στο οποίο η σημασιολόγησή τους καθώς και η μετατροπή τους σε οργανωμένο λόγο, γίνεται πιο αυθεντική. Έτσι η γλώσσα της αποκτά ένα ξεκάθαρο δραματικό αίσθημα που είναι κατά τη δική μου αντίληψη πολύ κοντά στην πηγαία έκφραση. Το σημείο ακριβώς αυτό είναι και από τα πιο δυναμικά μέρη του βιβλίου. Η γλώσσα γίνεται όργανο πιστοποίησης του ενστίκτου, της διαύγειας του «συν-αισθήματος» καταπώς λέγει ο Ελύτης στις δοκιμές του, της έντασης και του ποιητικού πάθους. Αυτή η γλώσσα είναι εκείνη που θα μετατρέψει τον απλό λόγο σε πηγαίο ποιητικό άλμα, χωρίς τη χρήση επινοημένων σχημάτων λόγου και εξεζητημένων λέξεων που κάνει τη γλώσσα ψεύτικη. Το άλμα αυτό είναι και το αποτέλεσμα της ρεαλιστικής χρήσης της γλώσσας, του αληθινού και αυθεντικού αισθήματος που αγγίζει συχνά τις υφές μιας πολύ ιδιότυπης, συγκρουσιακής θα έλεγα έντασης.

Ο ανοιχτός χώρος των περιγραφών μετατρέπεται σε σκηνή. Η φύση γίνεται πρωταγωνιστής. Πάνω της οι εικόνες ερμηνεύουν ρόλο και φωνές. Τα χρώματα των εποχών ευωδιάζουν, παίρνουν ψυχή και μυαλό, κατεβαίνουν από τους τοίχους παλιών σπιτιών, γίνονται ήχοι μουσικής και αναλύονται σαν φαντάσματα μέσα στις αυλές και στους δρόμους, στους οικισμούς και στις συνήθειες της αγροτικής καθημερινότητας. Αγγίζουν ολοκληρωτικά τον άνθρωπο που ατμίζεται από τη συγκίνηση βάφοντας την ψυχή του με ξεχασμένα είδωλα, νύξεις, βλέμματα, αναμνήσεις και περάσματα. Στο χώρο αυτό η αφήγηση αποκτά τη δική της διάσταση.

Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι έχομε έναν αισθηματικά σύμμεικτο λόγο γεμάτο από πηγαία εκφραστική λειτουργία. Μια γλώσσα έντονα βιωματική, με συγκρατημένη εξομολογητική διάθεση, ποικιλία συνειρμών και «ανώδυνα» περάσματα από το ρεαλιστικό στο φαντασιακό - αφαιρετικό.

Η συγγραφέας μεταμορφώνεται. Μέσα από τα βιώματα της καθημερινότητας, εξελίσσεται ένας λόγος στοχαστικός, σε κάποια σημεία κριτικός, σε άλλα συγκινησιακός. Οι «ήρωες», αν μπορούμε να μιλήσουμε για ήρωες, έχουν σαφείς κοινωνικούς ρόλους καταγράφοντας το κοινωνικό και πολιτικό προϊόν της εποχής τους, όμως είναι απολύτως αυθεντικοί, διατηρώντας τα δυναμικά χαρακτηριστικά της αρχέτυπης λειτουργίας τους. Δεν εξωραΐζονται, δεν δηλώνονται, υπάρχουν μέσα στη φθορά της δέσμευσης, αλλά εξυγιαίνονται ακολουθώντας την απόλυτη συμμετρία της ανάγκης και των παθών τους. Γίνονται τελικώς αδιαίρετες ενότητες με το έργο, με τη φύση και το στοχασμό.

Η «Πελαγινή» είναι το δεύτερο βιβλίο για το οποίο θα μιλήσουμε. Η «Πελαγινή» λοιπόν, με το πέλαγος να ανακαλείται και συνειρμικά μέσα από τη φωνολογική αύρα που περιβάλλει τον ίδιο τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα κείμενο με ιδιαίτερη ματιά και προσέγγιση αφού πραγματεύεται ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα. Το στρώμα πάνω στο οποίο υφαίνεται η αφήγηση της Θεοδώρου αφορά τον έρωτα ενός νεότατου άντρα, μαθητή της ηλικιωμένης ηρωίδας και στη βραχύβια σχέση που ανέπτυξαν. Ο νεαρός είναι έτοιμος να ανοίξει τα φτερά του και να κατακτήσει τη ζωή. Οδεύει προς το μέλλον, έτοιμος για σπουδές και έρευνα στις ενεργειακές πηγές. Μυαλό θετικό και πρακτικό, έρχεται να αντλήσει εμπειρία από την ωριμότατη ηρωίδα Διδώ, οπλισμένη με σοφία και γνώση. Διανοούμενη ουσιαστικά, διέκοψε τις σπουδές της στην Ιστορία και στην Αρχαιολογία για να ακολουθήσει τον άντρα που αγάπησε και που αυτός της ζήτησε ολοκληρωτική αφοσίωση. Η Διδώ δεν έγινε επιστήμων. Ερευνούσε όμως πάντοτε τους αρχαίους γήινους θησαυρούς και το όνειρό της ήταν να συνεχίσει την έρευνα και τη μελέτη όταν θα αισθανόταν ότι θα μπορούσε να το κάνει. Τα παιδιά της σταδιοδρόμησαν μακριά της, ενώ χώρισε από τον σύζυγό της. «Περίμενε το πλήρωμα του χρόνου, χωρίς να το συνειδητοποιεί, όταν θα έκλεινε ο κύκλος του έρωτά της, κύκλος εξάρτησης και καθήκοντος, για να ξαναπάρει στα χέρια της το πηδάλιο της ζωής της».  (Βικτωρίας Θεοδώρου, Πελαγινή, Εκδόσεις Κεδρισός, Χανιά, 2010, σ. 19)

Ως εδώ η αφήγηση φαίνεται ότι δεν δοκιμάζεται. Όμως ο νεαρός άνδρας κατά την πρώτη τους συνεύρεση ανακαλύπτει ένα ογκίδιο κάτω από την μασχάλη της ώριμης γυναίκας με την οποία είναι ερωτευμένος. Το γεγονός αυτό είναι καθοριστικό τόσο για τον νεαρό όσο για την ίδια τη γυναίκα. Ο ίδιος θα επιμείνει για μια σειρά εξετάσεων σε νοσοκομείο. Αυτός είναι ο «καμβάς» θα λέγαμε γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται η αφήγηση. Πέρα από το θέμα, που είναι όπως είπαμε ιδιαιτέρως ευαίσθητο, στην «Πελαγινή» η Βικτωρία Θεοδώρου προσεγγίζει και τους δυο ήρωες με αγάπη. Προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει και να ερμηνεύσει τη «μη ομαλή» ερωτική συνύπαρξη. Η Διδώ προσπαθεί να εξηγήσει την ερωτική συμπεριφορά του νεαρού. Ο νεαρός το ίδιο. Παρόλα αυτά και οι δυο αφήνονται στην ερωτική γεύση γνωρίζοντας ότι η σχέση αυτή κάποτε θα καταλήξει οριστικά.

Διάφορα θέματα αναδύονται και εκφράζονται: η φθορά του σώματος, η μνήμη του σώματος, η μνήμη της σχέσης, η ερωτική μοναξιά ενός σώματος που μόλις αρχίζει να ανακαλύπτει τους χυμούς και η ερωτική μοναξιά ενός σώματος που ήδη βρίσκεται αρκετό καιρό στην πλήρη αδράνεια. Πέρα από το κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, το οποίο επίσης αναδεικνύεται, πιστεύω ότι στο βάθος υποφώσκει ένα ήπιο ψυχαναλυτικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο η αφήγηση έρχεται να λειτουργήσει ως αρωγός για την ανάδειξή του παρά ως υπηρέτης του.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο επίσης οφείλεται η απαιτούμενη προσοχή είναι το γεγονός ότι ο αφηγητής, ή αν θέλετε το φύλο του αφηγητή, είναι το ανδρικό. Για ποιο λόγο άραγε ο αφηγητής δεν είναι γυναίκα; Θα περίμενε κανείς ότι η Θεοδώρου θα δημιουργούσε μιαν «αφηγήτρια» για να ιστορήσει τις συγκινήσεις, θα τις έβλεπε έτσι μέσα από τη γυναικεία ματιά. Ακόμα και ο τίτλος «Πελαγινή» συνηγορεί σε αυτό.

Κατά την άποψή μου επιλέγεται ως αφηγητής ο νεαρός άνδρας (ο οποίος ταυτίζεται με τον ήρωα στα σημεία που έχουμε ξεκάθαρα εσωτερική εστίαση) κυρίως για λόγους ισορροπίας. Από τη μια η πάσχουσα ώριμη γυναίκα δεν θα μπορούσε να «μεταγράψει» αντικειμενικά την αφήγηση, σε αντίθεση με τον νεαρό άνδρα, ο οποίος ενώ συμπάσχει με τη γυναίκα που αγαπά δεν παύει να οργανώνει και να κάνει όνειρα για το μέλλον του. Είναι η αισιόδοξη στάση της ζωής.  Ο νεαρός άνδρας είναι το μέλλον.

Η «Πελαγινή» είναι ένα κείμενο μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται η γυναικεία φύση και η δαπανηρή πορεία της ανθρώπινης ψυχής για την κατάκτηση της προσωπικής κάθαρσης. Όλο το κείμενο δεν είναι παρά ένας στοχαστικός ύμνος για την ίδια τη ζωή τελικά, για τη ζωή που μπορούμε να ζήσουμε όταν μάθουμε να ανακαλύπτουμε τη σημασία και τη λειτουργία των πιο καθημερινών και φθαρτών υλικών της. Γραφή με ρυθμό, κομψότητα και δυναμική. Η μείξη της τριτοπρόσωπης με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει ισορροπία, ενώ η δημοτική της γλώσσα έχει καθαρότητα και αμεσότητα.

Η «Πελαγινή» λοιπόν, ένα κείμενο που αναμετράται με το χρόνο, τη φθορά του σώματος και την άσκηση της ουτοπίας του έρωτα, που δεν γνωρίζει ηλικίες και βάσανα. Αλλά μόνο τη σιωπή.

Το βιβλίο «Ελάσσονες τόνοι σε μείζονες κλίμακες στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου» που έγραψε ο αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός (εκδόσεις Κεδρισός, Χανιά 2010), αποτελεί ουσιαστικά μια μελέτη – σπουδή του ποιητικού έργου της Βικτωρίας Θεοδώρου.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά συστηματικά την ειδικότερη και γενικότερη βιβλιογραφία, εξετάζει συγκριτικά και σε γραμμικό χρονικό πλαίσιο την ποιητική οδοιπορία της δημιουργού, προσεγγίζει κριτικά τα στάδια των ποιητικών μεταβάσεών της, ενώ αναλύει σημαντικά ποιήματα – τομές του έργου της, μελετά και προσεγγίζει τη στάση της κριτικής απέναντι στο έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου, καταλήγει σε μια συνολικότερη κριτική θεώρηση της ποιητικής της δημιουργού.

Ειδικότερα ο Θεοδόσης Πυλαρινός, εκτός των άλλων, εστιάζει και στα σημεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αιχμηρά», όπως η αντίθεση της ποιήτριας απέναντι στην προβολή και στην ευκολία του επίκαιρου, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το έργο της από «αντίθετους» και «ομοϊδεάτες». Βέβαια η ίδια η ιστορία, μέσα από την πολιτική και την κοινωνική πραγματικότητα, δικαίωσε τις επιλογές της Θεοδώρου, αφού η βαθύτατα ανθρωπιστική της ποίηση εμπεριέχει αφ’ εαυτού, όπως και κάθε αληθινή ποίηση, το ένστικτο του αγώνα απέναντι σε όλα εκείνα που τείνουν να βιάσουν και να ακυρώσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Υπό την έννοιαν αυτή, η ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου χαρακτηρίζεται «αντιστασιακή» αφού στη συγκίνηση των στίχων της δηλώνεται η οικουμενικότητα του ανθρώπινου πόνου και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πολύ ενδιαφέρον το γραμματολογικό και κριτικό υλικό -που αποτελεί ουσιαστικά μια συναγωγή  χρηστικού υλικού για τη μελέτη του έργου της Βικτωρίας Θεοδώρου- με τη μορφή βιβλιογραφικών παραπομπών. Για παράδειγμα ο αναγνώστης, αλλά και ο ειδικός επιστήμων, μπορεί να παρακολουθήσει το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» και τη συνομιλία κριτικών όπως Κουλουφάκος, Λεοντάρης κ.ά., για τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά κυρίως και τους προσανατολισμούς της ποίησης που γραφόταν τότε. Ένα κλίμα εποχής το οποίο βίωσε έντονα η Βικτωρία Θεοδώρου.

Το μελέτημα του Θεοδόση Πυλαρινού αποτελεί ουσιαστικά μιαν εισαγωγή στο ποιητικό έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου. Στο πλαίσιο αυτό ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της ποιητικής συγκίνησης που εκφράζουν οι στίχοι της εφ’ όσον παρατίθενται επιλεγμένα ποιήματα τα οποία και προσεγγίζονται. Εκτιμώ ότι το βιβλίο είναι σημαντικό και για ένα άλλο λόγο. Για το γεγονός δηλαδή ότι αυτή η σπουδή έρχεται να συμπληρώσει τις μελέτες που έχουν γραφτεί για τους δημιουργούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Τοποθετείται έτσι οργανικά η Βικτωρία Θεοδώρου ως δημιουργός και μελετάται συγκριτικά με τους υπόλοιπους της γενιάς της.

Τελειώνοντας τη μικρή αυτή κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Θεοδόση Πυλαρινού θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί αφορμή για να επιβεβαιωθεί η ανάγκη μελέτης του έργου της ακόμη πιο συστηματικά. Για παράδειγμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον για τη φιλολογική επιστήμη, αλλά και για τη λογοτεχνική κριτική επίσης, μια μελέτη του τρόπου μέσα από τον οποίο η Θεοδώρου περνά από το ρεαλιστικό στο «αφαιρετικό και φαντασιακό» καθώς και οι συγκλίσεις και οι αποκλίσεις μεταξύ των δύο, όπως επίσης και για τον ιδιότυπο λυρισμό της και το είδος της δραματικότητας που εμπεριέχουν οι στίχοι της. Στο πλαίσιο αυτό η μελέτη του Πυλαρινού διανοίγει δρόμους, αλλά και προτάσεις, για μιαν ειδικότερη μελέτη του έργου της.

Δεν επιθυμώ να σας κουράσω περισσότερο, πιστεύω όμως ότι κατάφερα να σας μεταδώσω χυμούς και αισθήσεις, συγκινήσεις και οσμές από εκείνα που προσέλαβα μελετώντας το πεζογραφικό και ποιητικό έργο της Θεοδώρου. Κράτησα για το τέλος ένα από τα πιο σημαντικά κατά την άποψή μου χαρακτηριστικά του λόγου της Βικτωρίας Θεοδώρου: ο λόγος της είναι ουσιαστικά λόγος αισθήσεων και συγκινήσεων. Εκβάλλονται στις όχθες των στίχων της θραύσματα μορφών και φόρμες ύλης χωρίς ύλη που πέφτουν σαν ρανίδες βροχής ή δάκρυα στο πέτρινο ανθρώπινο σώμα μας σπάζοντάς το και διαπερνώντας το παράγοντας έτσι υψηλής ποιότητας λογοτεχνικό γεγονός.

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, επιθυμώ να ευχαριστήσω τον υπέροχο χώρο του «ΙΑΝΟΥ» και τους εκλεκτούς συνεργάτες του, τις εκδόσεις ΚΕΔΡΙΣΟΣ και τον κ. Κώστα Νταντινάκη, την κ. Μαρία Αλιφέρη, μα κυρίως όλους εσάς για την προσοχή σας. Τέλος, ευχαριστώ θερμότατα την κ. Βικτωρία Θεοδώρου για την αγάπη της και για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε.